ΕΝΑΣ ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΗΠΟΣ ΚΙ ΕΝΑΣ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ ΤΟΠΟΣ
«Μπεχτσινάρι», ονομάζεται η περιοχή που βρίσκεται μεταξύ της 3ης και 4ης προβλήτας του λιμανιού, στο ύψος της Πύλης Αξιού. Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό beş çınar, που σημαίνει «πέντε πλατάνια».
Η έμπνευση και η δημιουργία του πάρκου ανήκει στον Βαλή Σαμπρί Πασά, ο οποίος το 1836, αξιοποιώντας το φυσικό κάλος της περιοχής, σχεδίασε έναν εθνικό κήπο, ο οποίος ξεπερνούσε κάθε προσδοκία για τα δεδομένα της εποχής. Οι διαδρομές περιπάτου ανάμεσα σε δέντρα και φυτά, δημιουργούσαν ένα παραδεισένιο περιβάλλον το οποίο μάγευε τους υψηλούς καλεσμένους της εποχής, ενώ υπήρχαν πλούσιες υποδομές αναψυχής, όπως μεγάλο λούνα παρκ με κάθε λογής κούνιες και τραμπάλες, στο οποίο διασκέδαζαν μικροί και μεγάλοι.
Στο πάρκο σταδιακά αναπτύχθηκαν δομές φιλοξενίας και εξυπηρέτησης, όπως πανδοχεία και ταβέρνες, που προσέλκυαν την κοσμική Θεσσαλονίκη, αφού το πάρκο συνδέθηκε με το ιππήλατο τραμ της εποχής, το οποίο ξεκινούσε από το Ντεπώ και κατέληγε στην είσοδο του πάρκου.
Σύντομα αποτέλεσε πόλο έλξης επισκεπτών και από άλλες περιοχές με τα πανδοχεία να είναι συνεχώς γεμάτα από κόσμο που ήθελε να ζήσει από κοντά την αίγλη της κοσμικής ζωής της πόλης. Τους θερινούς μήνες οι λουόμενοι δημιουργούσαν το αδιαχώρητο για κολύμπι στην περίφημη παραλία, με υποδομές μια άλλης κουλτούρας και ηθικής. Διότι, η παραλία ήταν χωρισμένη σε ανδρών και γυναικών με δύο μεγάλες καμπίνες σε κάθε πλευρά και σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, ενώ μία βάρκα του λιμενικού περιπολούσε ανάμεσα στις δύο πλευρές για τη διαφύλαξη της ηθικής και της τάξης. Φυσικά, δεν έλειπαν και οι τολμηροί, οι οποίοι πλησίαζαν στη γυναικεία παραλία και ύστερα από τις φωνές των γυναικών, συλλαμβάνονταν από το λιμενικό.
Ακόμη, αξίζει να σημειωθεί πως η γυναικεία πλευρά διέθετε εξέδρα με καταπακτή και σκάλα για να κατεβαίνουν οι λουόμενες για κολύμπι πάντα στη σκιά και να διατηρούν το κατάλευκο χρώμα τους, όπως απαιτούσαν η μόδα και τα πρότυπα γυναικείας ομορφιάς της εποχής.
Μετά την απελευθέρωση της πόλης το 1913, το εθνικό πάρκο μετονομάστηκε, σε «Κήπο των Πριγκίπων» προς τιμήν των παιδιών της βασιλικής οικογένειας του Γεωργίου του Α’ που είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη από τον Οκτώβριο του 1912.


«ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΥΜΙΖΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, ΤΟ ΜΠΕΞΙΝΑΡΙ ΜΕ ΦΙΝΟ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ ΠΟΥ ΥΜΝΗΣΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ.»
Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη της κοσμικής ζωής προς τα ανατολικά της πόλης, λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, άρχισε σταδιακά να αποδυναμώνει την αίγλη του εθνικού κήπου. Η ευρύτερη περιοχή άρχισε να προσελκύει βιομηχανικές μονάδες και στο παραλιακό του τμήμα να επεκτείνονται οι εγκαταστάσεις του λιμανιού με αποτέλεσμα την ανέγερση μεγάλων πετρελαιοδεξαμενών. Το τέλος σήμανε η Γερμανική κατοχή , η οποία μετέτρεψε την περιοχή σε αποθηκευτικούς χώρους πολεμικού υλικού.
Μεταπολεμικά ο εθνικός κήπος καταστράφηκε ολοσχερώς από την άναρχη και ραγδαία ανάπτυξη βιοτεχνικών μονάδων, κυρίως βυρσοδεψίας, με τραγικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον και στο μικροκλίμα της περιοχής . Κατά συνέπεια, η περιοχή δε θυμίζει σε τίποτε τον παράδεισο εκείνης της εποχής, το «Μπεξινάρι με φίνο ακρογιάλι» που ύμνησε με τους στίχους του ο σπουδαίος Βασίλης Τσιτσάνης, ενώ έχει μείνει μόνο ως τοπίο σε παλιές φωτογραφίες.
Σήμερα το «Μπεχτσινάρι», με αφορμή την απόφαση για την ανέγερση του Εβραϊκού μου- σείου ολοκαυτώματος και ενός φιλόδοξου σχεδίου ανάπλασης της περιοχής, διεκδικεί πάλι την χαμένη του αίγλη. Μάλιστα, σύμφωνα με τους ιθύνοντες, το έργο αυτό θα δημιουργήσει ένα νέο ισχυρό τοπόσημο, το οποίο πιστεύεται ότι θα προσελκύει κάθε χρόνο περισσότερους από 500.000 επισκέπτες.
Ένα έργο μείζονος σημασίας και συμβολισμού, με την κατασκευή του να ξεκινά το 2024 και να ολοκληρώνεται το 2026. Ένα μουσείο μνήμης για την εξόντωση της Εβραϊκής κοινότητας της πόλης, στο σημείο ακριβώς από όπου ξεκινούσαν τα τρένα του θανάτου προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το έργο αυτό συγχρηματοδοτείται από τη Γερμανική κυβέρνηση, το Ελληνικό κράτος, το ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, ενώ δίνεται και δωρεά από το κ. Άλμπερτ Μπουρλά, CEO της PFIZER. Η αρχιτεκτονική μελέτη προβλέπει ένα κτήριο, οκταγωνικού σχήματος, το οποίο θα εκτείνεται σε 6 υπέργειους ορόφους και 2 υπόγειους. Παράλληλα, θα περιβάλλεται από ένα μικρό αστικό δάσος με στόχο η ευρύτερη περιοχή να μετατραπεί σε ένα σύγχρονο μητροπολιτικό πάρκο, αλλά και ένα ζωντανό μνημείο ιστορία και πολιτισμού.